up and down

by Theofilos Xatzizirlis

Rock Climbing

I started to scale the cliff,
Without my usual harness,
Using only my hands and feet,
I climbed up and into darkness.

Scrabbling for a crack,
Or a foothold to stop and rest,
I dug my nails into the rock,
Heart hammering in my chest.

It was as if the rock gave way,
Dismayed I found was true,
For as my feet began falling,
The rest of my body did too.

Grabbing for the safety line,
I knew instinctively wasn’t there,
I plummeted at a sickening rate,
Through the rushing air.

My head hit the ground,
With a resounding crack,
I found that I was lying dazed,
On the gym floor on my back.

By Bryn Sadler

Advertisements

Θάσος

Καλοκαίρι=Διακοπές

Διακοπές=Χαλάρωση

Χαλάρωση=Ηρεμία

Ηρεμία=Θάσος

Από τότε που με θυμάμαι, τα καλοκαίρια μου μυρίζουν Θάσο. Μυρίζουν πεύκο, ελιά, θυμάρι, σανό, μυρίζουν ζα (κατσίκες, πρόβατα, γαϊδούρια, μουλάρια κτλ), μυρίζουν αλμύρα, θάλασσα, χώμα (πριν και μετά τα μπουρίνια)

Κάθε χρόνο και για 3 ολόκληρους μήνες η ζωή μου ήταν στο νησί. Η γιαγιά και ο παππούς αναλάμβαναν να μας περάσουν απέναντι με το πλοίο και να φέρουν εις πέρας τη δύσκολη αποστολή να έχουν υπό την προστασία τους 2 (υπάκουα) ανήσυχα ζιζάνια…

Τα πρωϊνά ήταν γεμάτα παιχνίδια (αφού έχουμε πιει το φρέσκο γάλα…μπλιάχ λέμε) με ξύλινα όπλα και “ανεμόμυλους” σε εκτάσεις γεμάτες με ελιές και πουρνάρια, με χώμα βρε παιδί μου, οι αποστάσεις των σπιτιών στη γειτονιά ήταν αρκετά μεγάλες (με τα μικρά μας μάτια) καβαλούσαμε τα ποδήλατα και κάναμε αγώνες βουνού, τα γόνατα μας αν δεν ήταν μαύρα από τις μελανιές ήταν κόκκινα από τις γρατζουνιές.

Τα πρώτα 8 χρόνια η παρέα απαρτιζόταν από 4 παιδιά, όσο μεγαλώναμε ο αριθμός αυξανόταν καθώς είχαμε την “επίσημη” άδεια να πηγαίνουμε και σε πιο κάτω γειτονιές… (η απόσταση αυτών 500 μέτρα) 🙂 τότε νομίζαμε ότι κατακτούσαμε τον κόσμο…

Στα 14 καβαλούσαμε και πάλι τα ποδήλατα και πηγαίναμε στα γύρω χωριά για μπάνιο. Ακόμα νιώθω τον ήλιο να με καίει στο πρόσωπο και σε όλο μου το σώμα και ας είμαι μέσα στο αμάξι με το a/c μετά από 10+  χρόνια.

Τα μεσημέρια μετά το μπάνιο και το απίστευτο φαϊ κάναμε ωτοστόπ σε κανένα αγροτικό και μας ανέβαζε στο πάνω χωριό (2km) στο μοναδικό σχολείο με γήπεδο μπάσκετ για να κοντραριστούμε με τις γειτονιές εκεί. Το σούρουπο κατεβαίναμε με τα πόδια και χαζεύαμε τα χρώματα στη θάλασσα.

Τα βράδια μας κάναμε βόλτα στο μώλο, καθόμασταν στις τεράστιες μαρμάρινες κοτρώνες και λέγαμε τα νέα μας από το χειμώνα μας ή σχολιάζαμε τα new entries του χωριού.

Παίζαμε τα απίστευτα ηλεκτρονικά, με το απίθανο σιδερένιο 20άρικο. Ακόμη θυμάμαι τον πατέρα μου να μπαίνει στο μαγαζί και να μου λέει οτι πρέπει να φύγουμε ενώ τερμάτιζα το bubble bubble πολεμώντας τον δράκο στην 100στή πίστα. (Πίκρααα!!!)

Πιο αργά-κατά τις 10-θα μαζευόμασταν στην παραλία με ψάθες και πετσέτες για το βραδινό μπάνιο, για να παίξουμε το “δολοφόνο”, παντομίμα, για να ακούσουμε μουσική ή απλά να γρατζουνίσουμε τις κιθάρες (τφάνια).

Η καλύτερη μου μέρα ήταν στα γεννέθλιά μου, μέσα καλοκαιριού. Το beach party ήταν καθιερωμένο, κάτι που μου έχει μείνει ακόμη και μετά από τόσα χρόνια. Προσπαθώ να κάνω μια προσομοίωση καθώς δε μπορούν όλοι να είναι στην παραλία.

Ομως και ο Δεκαπενταύγουστος ήταν μια ωραία μέρα για τα δεδομένα του τότε. Εκείνη την ημέρα υπήρχε πλήρης απαρτία στο χωριό. Μπορεί να ήμασταν και 20 άτομα, κάποιοι με μηχανάκια, κάποιοι με αυτοκίνητα πλέον, πηγαίναμε στα “in” χωριά του νησιού για να διασκεδάσουμε. Όταν δε ήμασταν πιο μικροί το ταξί του χωριού “Ο Βασίλης” ήταν συνεπής στο ραντεβού του για να μας επιστρέψει σε γρουπάκια στο χωριό αργά το βράδυ ή νωρίς το πρωί για τη ζεστή μπουγάτσα 🙂

Τόσες όμορφες αναμνήσεις σε ένα νησί που νιώθεις ότι δεν έχει αλλάξει καθόλου όλα αυτά τα χρόνια, κάποιοι θα πουν ότι έχει μείνει στα ’80s – ’90s, ίσως αυτό είναι που με κάνει να το αγαπώ τόσο. Κρατά το παρελθόν μου νωπό, αν και έχουν αλλάξει οι γειτονιές που έπαιζα-γίνανε σπίτια ή οικόπεδα και είναι φορές που νιώθω οτι ήρθαν για να πλακώσουν τις αναμνήσεις μου.

Αν για όλους υπάρχει μια μικρή Ιθάκη, για μένα είναι αυτό το μέρος.

Είναι το μέρος που με ξαναβρίσκω 🙂

Τι να γίνει τα γνωστά, πήραμε τους δρόμους, φωνάξαμε, περπατήσαμε πλάι-πλάι με τους φίλους μας, τους συνεργάτες μας, μοιραστήκαμε τις ανησυχίες μας, χαμογελάσαμε, γκρινιάξαμε, δηλώσαμε την παρουσία μας, την αγανάκτησή μας, την αντίληψή μας για το τι έπεται… και ξαφνικά…τρέξαμε, τρέξαμε γιατί φοβηθήκαμε, γιατί κυνηγηθήκαμε γιατί κάποιοι πίσω μας, φρόντισαν να δημιουργήσαν εντάσεις, προκλήσεις και καπνούς, αρκετούς καπνούς, τόσους που δεν ήμουν σίγουρη αν έπρεπε να σταματήσω εκεί που ήμουν και να χωθώ κάπου ή να καβαλήσω το ποδήλατο και όποιον πάρει ο χάρος, τελικά απλά το έσυρα στο πλάι, δίπλα μου, ήρεμα, προσπερνώντας κάποιους ηλικιωμένους που απλά βρίσκονταν στην Τσιμισκή για τη βόλτα τους, λεγοντάς τους απλά να στρίψουν στο επόμενο στενό πιο γρήγορα. (Τι σκεφτόμουν εκείνη την ώρα; -Έλεος, μας έχουν γονατίσει τόσο πολύ όλοι τους, που απλά θέλεις να παραιτηθείς από την όποια σου προσπάθεια και να πεις «να ορίστε, κερδίσατε») Έψαχνα να βρω τη Frauke και τον Θωμά, οι άλλοι φίλοι ήταν από νωρίς χαμένοι μέσα στο πλήθος, συνεχίσαμε την πορεία αρνούμενοι να το βάλουμε κάτω για κανέναν. Γιατί; Δε ξέρω, για πολλούς λόγους μάλλον. Στη Θεσσαλονίκη τα καταφέραμε με μόνες απώλειες κάποιες βιτρίνες, στην Αθήνα όμως είχαμε ανθρώπινες, πόσο κοστίζει τελικά μια ζωή ρε παιδιά, αξίζει όσο ένα σύνθημα;

Όσο ένα πανό;

Όσο μια πορεία;

Όσο ένα λεπτό σιγής;

Όσο 2 δακρύβρεχτα λόγια από ξένους προς ξένους; (γιατί αυτό κάνανε μέσα στη Βουλή και έξω στα ΜΜΕ)

Όσο 2-3 τουιτς;

Όσο ένα post;

Όσο μια μολότωφ;

Όσο εσύ να είσαι σε αυτή τη θέση;;;

« Previous PageNext Page »